Η
ευπάθειά της στο κρύο ενοχλούσε ακόμα και το μοντγκόμερι, ιδίως λόγω του τρόπου
που το τύλιγε πάνω της, τραβώντας τις ίνες με δύναμη, για να κλείσουν οι τρύπες
με τα κουμπιά – ξύλινα νύχια.
Υπέφερε
το ρούχο, τεντωνόταν και πετούσε κόμπους, που είχαν επεκταθεί μέχρι το
στρίφωμα. Ορισμένοι μεγάλωναν με τον καιρό, άλλοι διατηρούσαν το μέγεθός τους
στο κεφάλι μιας καρφίτσας. Ο πιο μεγάλος ήταν ο κόμπος πάνω δεξιά στον ώμο, το
«μανιτάρι», που είχε γιγαντωθεί μια
βραδιά που έξω έριχνε χιονόνερο κι εκείνη έτρεχε να μπει στο σπίτι, προτού
αρχίσει να γεννιέται στον αέρα το χιόνι. Μια νιφάδα – από τις πρώτες, ίσως και τις
τελευταίες που έπεσαν το βράδυ εκείνο – πρόλαβε κι έλιωσε πάνω στον κόμπο, που αμέσως
μετά γεννήθηκε από τον κόμπο ένα κανονικό μανιτάρι, σκούρο μπεζ, με φαρδιά βάση
και στενό καπέλο.
«Κόψ’ το», της είχαν πολλές φορές, «είναι απαίσιο».
Όταν
επέστρεφε στο σπίτι τα βράδια, έβγαζε προσεκτικά το μοντγκόμερι, το άπλωνε πάνω
στο διπλό κρεβάτι του διπλανού δωματίου, έριχνε μια θολή ματιά στο μανιτάρι και
με δυσπιστία έκλεινε την πόρτα, για ν’ αποκλείσει το ενδεχόμενο να ξηλωθεί μόνο
του, να κυλήσει στον ξύλινο πάτωμα και να την εγκαταλείψει και αυτό.
Οι
υπόλοιποι κόμποι δεν την ενδιέφεραν. Δεν ήταν βρώσιμοι και δεν είχαν ψυχή.
Το
πρωί είχε καταφέρει να σπάσει την τσαγιέρα, μέσα στο νεροχύτη. Η τσαγιέρα αυτή
ήταν ανέκαθεν ευπαθής, οπότε το περίμενε και δε στενοχωρήθηκε ιδιαίτερα. Βγήκε
στον κήπο, μάζεψε τα απλωμένα τσουβάλια – τα μισά δεν είχαν στεγνώσει φυσικά –
τα τέντωσε και τα δίπλωσε σε οκτώ μέρη, τραγουδώντας ένα τραγούδι των Kiss. Κάθισε πάνω στα στεγνά τσουβάλια, αφού τ’ άφησε στο χαλί μπροστά απ’
το τζάκι.
Απαίσιο
χαλί.
Διάλεξε
δυο τσουβάλια, τα πιο ευπαρουσίαστα, το ένα περιείχε κάποτε αλεύρι, το άλλο δεν
περιείχε τίποτα άξιο επιγραφής, τα έβαλε στην τσάντα της και έκλεισε την πόρτα
νευριασμένη.
Η
ευπάθεια της τσαγιέρας τα είχε προκαλέσει όλα αυτά. Δεν είχε πια τσαγιέρα και
της είχε μείνει η ευπάθεια, δηλαδή πόσο άδικο κι αυτό.
Πάτησε
πάνω στις πέτρες του μονοπατιού, τις ξαναμέτρησε, ήταν τριάντα έξι, βγήκε στον
κεντρικό επαρχιακό δρόμο, περίμενε το λεωφορείο, στη στάση εμφανίστηκε και η
Μις Μέη. Η Μις Μέη ήταν πιο μικρή από εκείνη, δούλευε σ’ ένα ταξιδιωτικό
γραφείο που διοργάνωνε ταξίδια μόνο στη Νότια Αμερική και γνώριζε τέλεια
πορτογαλικά, γιατί είχε ζήσει για χρόνια στη Βραζιλία με τον πατέρα της (έμπορο
ή διπλωμάτη ή ποδοσφαιριστή). Μάθαινε στα ελάχιστα μικρά παιδιά της περιοχής να
ρίχνουν σουτ από φάουλ. Τις Κυριακές αυτό.
«Γειά σας, Μις Μέη», «Καλημέρα! Στέγνωσαν τα τσουβάλια σήμερα;»,
«Θα έλεγα ότι είναι νωπά», «Δε σας νοιάζει εσάς αυτό, τα καταφέρνετε με
κάθε υγρασία».
Ανέβηκαν
στο λεωφορείο και κάθισαν σε απέναντι θέσεις, η Μις Μέη έβγαλε το μπερέ της και
τον κούνησε στον αέρα με τον δείκτη της, πέντε φορές. Κατέβηκε μόλις έφτασαν
έξω από το δημοτικό σχολείο, χαιρέτισε, τσαλάκωσε το μπερέ και περπάτησε προς
τη δουλειά της.
Έβαλε
το χέρι της μέσα στην τσάντα, τα τσουβάλια ξύριζαν τα χέρια. Ή το ανάποδο, γιατί
κάθε φορά που τα παραγέμιζε, αναγκαζόταν να τα σέρνει με δύναμη στο πάτωμα, το
δρόμο ή το χώμα, κι αυτά αντιστεκόταν αρκετά.
Πάτησε
το κουμπί της στάσης έξω από την αγγλικανική εκκλησία. Κατέβηκε από το
λεωφορείο, και σκέφτηκε πόσο καλοπροαίρετα χαζή ήταν η Μις Μέη. Τη θυμόταν κι
απ’ το σχολείο, πήγαινε σε μικρότερη τάξη και ήταν τόσο χαμογελαστή, που είχε
φάει μια δυο φορές ξύλο από την Τράντσμπουλ. Ευχήθηκε ξανά το μαρτυρικό θάνατο
της πρώην διευθύντριας του δημοτικού της και προχώρησε προς το προαύλιο της
εκκλησίας.
Ο
πάγκος με τα φρούτα είχε μήλα, αχλάδια και κάστανα.
Αδιάφορο,
μπορείς να τρέφεσαι μια χαρά, μόνο με τσάι, μέλι και φρυγανιές.
Μια
φορά είχε μασήσει κι ένα κομματάκι από τσουβάλι. Δεν το κατάπιε ποτέ, αλλά
επιτέλους ήξερε τη γεύση του. Το τσουβάλι είχε γεύση τσουβάλι. Το τσάι είχε
γεύση τσάι. Η Ματίλντα είχε γεύση χαρτιού.
Ο
κύριος του πάγκου την καλημέρισε και της έδωσε στο χέρι τέσσερα κάστανα που
άλλαζαν χρώμα ανάλογα με τη νέφωση, καθώς και είκοσι έξι βιβλία μεταχειρισμένα,
σε καλή κατάσταση, τα περισσότερα με σκληρό εξώφυλλο κι ελαφρά τσακισμένα άκρα.
Τα βούλιαξε μέσα στα τσουβάλια, δεκατρία και δεκατρία. Ο πάγκος εμπόδιζε, δε
μπορούσε να περάσει εύκολα από το στενό, για να φτάσει στο πνευματικό κέντρο
της εκκλησίας, σέρνοντας και τα δυο τσουβάλια ταυτόχρονα.
Έκανε
το γύρο της πλατείας, ήταν βαριά τα βιβλία, ξεφύσαγε άρωμα τριαντάφυλλου
φτάνοντας στην πόρτα του πνευματικού κέντρου. Ξεκλείδωσε, έδιωξε με τα χέρια
της το πνεύμα της προηγούμενης υπεύθυνης της βιβλιοθήκης (είχε πεθάνει σ’ έναν
από τους σεισμούς της Ιαπωνίας, γιατί ήταν λάτρης του δέντρου της κερασιάς,
πήγαινε κάθε χρόνο, αγκάλιαζε κάθε κερασιά στο κέντρο του Τόκυο και στο τέλος
την έπνιξε το τσουνάμι μετά το σεισμό).
Έσυρε
τα τσουβάλια, έβγαλε ένα ένα τα βιβλία τα ξεσκόνισε με τη δεξιά παλάμη της, τα
τοποθέτησε ανάλογα με το θέμα τους. Κλειστά τα φώτα, έμπαινε λευκός ήλιος απ’
το παραθυράκι της άκρης του διαδρόμου. Η φωτογραφία της Μις Χάνι είχε φόντο ένα
δάσος, σε μια εκδρομή που είχαν πάει στην Ουαλία, λίγα χρόνια μετά την υιοθεσία
της Ματίλντα από τη Μις Χάνι. Είχαν απλωθεί τα κλαδιά εκτός κάδρου και πετούσαν
φύλλα.
«Να τα ποτίσω, αλλά να μη βρέξω την ίδια, με
προσοχή.
Παλιά μετακινούσα αντικείμενα με τη σκέψη μου.
Έλεγα στο ποτήρι με το γάλα ‘έλα εδώ’ κι αυτό ερχόταν
στις παλάμες μου, χωρίς να χυθεί σταγόνα.
Όταν έφυγε η σιχαμένη οικογένειά μου από αυτό το μέρος,
φρόντισα ν’ αλλάξω επίθετο.
Πάλι η Ματίλντα Γουόρμγουντ ήμουν, βέβαια. Το φρικιό, το
παιδί του απατεώνα.
Απ’ όταν ξεκουμπίστηκαν αυτοί μέχρι σήμερα έχω διαβάσει περίπου
πέντε χιλιάδες τριακόσια είκοσι έξι βιβλία. Έχω καταγράψει όλους τους τίτλους
σε πολλά μπλε τετράδια. Κι αυτά έχουν πετάξει κλαδιά, θέλουν κι αυτά πότισμα,
αλλά δεν θα προλάβω να το κάνω».
Το
μανιτάρι πάνω στο μοντγκόμερι κουνήθηκε δεξιά κι αριστερά.
«Θα
χτυπήσει το τηλέφωνο», της ψιθύρισε.
Ακούστηκε
από το βάθος το ασύρματο, περπάτησε δώδεκα βήματα, «Ματίλντα».
«Έχω
κάτι για σένα», «Τομ, τί θέλεις;», «Άνοιξε μια νέα παμπ πολύ κοντά στο
δημαρχείο, παίζουν απ’ όλα, σουίνγκ, ροκενρολ, βαλς, θέλω να σε προσκαλέσω
επίσημα να πάμε απόψε για χορό». «Τομ, δεν έχεις λεφτά για να με βγάλεις έξω.
Ούτε κι εγώ έχω». «Μια μπύρα θα πιούμε και θα χορέψουμε ένα βαλς, έλα, σε
παρακαλώ». «Δε βγαίνω έξω παρά μόνο για τη δουλειά αυτή και το ξέρεις».
«Ξανασκέψου το, θα σου ξανατηλεφωνήσω πιο αργά».
Βρήκε
επιτέλους το σπάγκο που έψαχνε πολλές μέρες, ξεβίδωσε τα δυο καρφιά στο
ψηλότερο ράφι της ακρινής βιβλιοθήκης. Έκοψε σε δυο μέρη το σπάγκο, έδεσε ένα
σε κάθε καρφί.
«Παλιά μπορούσα να μετακινώ πράγματα με τη
σκέψη μου, τώρα έχω διαβάσει πέντε χιλιάδες τριακόσια είκοσι έξι βιβλία, η Μις
Χάνι μένει στη Νορβηγία με τον άντρα της και σε λίγο θα ντύνομαι με παλιά τσουβάλια
ζάχαρης, που γδέρνουν κι ενοχλούν και το μανιτάρι.
Τα βράδια με κυνηγάει μια
χειροβομβίδα σαν αυτή που είχα δει στο Πολεμικό Μουσείο, όταν είχα πάει στο
Λονδίνο στα 18 μου και στο τέλος του
ονείρου, λίγο πριν ξυπνήσω, η χειροβομβίδα αιωρείται από πάνω μου, την ακουμπάω
με τον δεξί μου δείκτη κι αρχίζει να εκτοξεύει μανιτάρια με πρόσωπο, που
χασκογελάνε βλέποντας το δικό μου μανιτάρι, επειδή δεν είναι παιδί του χώματος,
αλλά μιας νιφάδας χιονιού και μιας μπάλας μαλλιού».
Άπλωσε
τα δυο τσουβάλια στο πάτωμα, ξάπλωσε πάνω τους, η χειροβομβίδα εμφανίστηκε από
πάνω της σε τριάμισι λεπτά ακριβώς. Το μανιτάρι μετακινήθηκε αριστερά στο στήθος
της, η χειροβομβίδα πέταξε απαλά, στάθηκε πάνω στα κλαδιά του κάδρου της Μις
Χάνι κι η Ματίλντα τράβηξε με δύναμη τα σκοινιά, με τελευταία σκέψη «σε λίγο σπάω σαν τσαγιέρα σε λιγδιασμένο
νεροχύτη».
Η
βιβλιοθήκη την πλάκωσε, οι κόρες των ματιών της παρέμειναν σε σταθερό μέγεθος,
μέχρι ν’ ακουστούν τα ξύλα να διαλύονται.
Της
διέλυσε το κρανίο ο Ντίκενς, το «Great
Expectations». Το
μόνο από τα πέντε χιλιάδες τριακόσια είκοσι έξι βιβλία που δεν είχε καταφέρει
να ολοκληρώσει.
Την
επόμενη μέρα άνοιξε την πόρτα του πνευματικού κέντρου η καθαρίστρια και την
έκλεισε αμέσως έντρομη, τρέχοντας πάνω κάτω στο στενό. Αμέτρητα χάρτινα πουλιά
με κόκκινες πιτσιλιές πετούσαν ανεξέλεγκτα.
Δεν
βρέθηκε το σώμα της. Ο κύριος με τον πάγκο πίστεψε ότι έφαγε τα κάστανα που της
χάρισε και μεταμορφώθηκε σε νυχτερίδα.
Η
Μις Μέη, μόλις κατάλαβε πόσες μέρες είχε να τη δει στη στάση, πήγε στο σπίτι
της κι έσπρωξε την πόρτα, που άνοιγε τόσο εύκολα, με μισή κλωτσιά. Κάνοντας μια
διερευνητική βόλτα στο σαλόνι, απορημένη όπως ήταν ήδη, άρχισε να καταμετράει
τα απλωμένα τσουβάλια.
Ξεφύσησε,
σούφρωσε τα χείλη της, έξυσε με το αριστερό χέρι το κεφάλι της. «Μα πού να πήγε άραγε; Κι έχω τόσα βιβλία να
της χαρίσω».
Το
μανιτάρι στεκόταν ακέραιο πάνω στο τζάκι.
Ακούστηκε
το τρίξιμο της πόρτας και η Μις Μέη ξαφνιάστηκε. Γύρισε το κεφάλι, ήταν η Μις
Χάνι, που είχε έρθει από τη Νορβηγία, χωρίς να ειδοποιήσει, για να κάνει
έκπληξη στη Ματίλντα.
ΥΓ. 1."Matilda", by Roald Dahl
2."Matilda", by Alt - J
3."Waltzing Matilda", by Tom Waits
(Secret Matilda:)


